αρκτικός


αρκτικός
[арктикос] εκ. арктический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αρκτικός" в других словарях:

  • ἀρκτικός — near the Bear masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρκτικός — (I) ή, ό (AM ἀρκτικός, ή, όν) [άρκτος] ο βόρειος αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἀρκτικά οι βόρειοι αστερισμοί. (II) ή, ό (Α ἀρκτικός, ή, όν) [άρχομαι] νεοελλ. γραμμ. συνήθ. στον πληθ. οι χρόνοι του ρήματος από τους οποίους σχηματίζονται οι… …   Dictionary of Greek

  • αρκτικός — I (από το άρκτος = βοριάς), επίρρ. ά βόρειος, αυτός που έχει σχέση ή αναφέρεται στο βόρειο πόλο και τις γύρω απ αυτόν περιοχές (αντίθ. ανταρκτικός): Η αρκτική περιοχή χαρακτηρίζεται από την παρουσία ορισμένων ζώων, όπως οι τάρανδοι, οι πολικές… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αρκτικός ωκεανός — Θαλάσσια έκταση (13.980.000 τ.χλμ.) που εκτείνεται στην περιοχή του Βόρειου Πόλου και περιβάλλεται κατά μεγάλο μέρος από στεριά· βρέχει τις βόρειες περιοχές της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής. Τα όριά του είναι σαφή προς την πλευρά του… …   Dictionary of Greek

  • ἀρκτικά — ἀρκτικός near the Bear neut nom/voc/acc pl ἀρκτικά̱ , ἀρκτικός near the Bear fem nom/voc/acc dual ἀρκτικά̱ , ἀρκτικός near the Bear fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρκτικώτερον — ἀρκτικός near the Bear adverbial comp ἀρκτικός near the Bear masc acc comp sg ἀρκτικός near the Bear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρκτικωτάτων — ἀρκτικός near the Bear fem gen superl pl ἀρκτικός near the Bear masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρκτικῶν — ἀρκτικός near the Bear fem gen pl ἀρκτικός near the Bear masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρκτικόν — ἀρκτικός near the Bear masc acc sg ἀρκτικός near the Bear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρκτικώτατα — ἀρκτικός near the Bear adverbial superl ἀρκτικός near the Bear neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)